Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

 
Τα παιδιά του Lidice βρίσκονται επιτέλους στο σπίτι τους
 

Στις 2 Ιουλίου του 1942, τα περισσότερα από τα παιδιά του Lidice , ενός μικρού χωριού της τότε Τσεχοσλοβακίας, παραδόθηκαν στο τοπικό γραφείο της Γκεστάπο. Τα 82 παιδιά στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο εξόντωσης στο Chełmno, 70 χιλιόμετρα μακριά, όπου δολοφονήθηκαν με δηλητηριώδη αέρια. Το γλυπτό της Marie Uchytilová αποτελεί φόρο τιμής σε αυτά τα παιδιά.
Τα γεγονότα που οδήγησαν τα παιδιά του Lidice στον θάνατο ήταν αρκετά περίπλοκα. Καθοριστικό ρόλο πάντως για να παρθεί η απόφαση της δολοφονίας τους ήταν ο θάνατος του Reinhard Heydrich, διοικητή του ναζιστικού προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας.
 
Η Τσεχοσλοβακία καταλήφθηκε από τη ναζιστική Γερμανία τον Απρίλιο του 1939 και η διοίκηση του Heydrich που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από καταπίεση, βασανισμούς και δολοφονίες. Στα τέλη Μαΐου του 1942 ομάδα στρατιωτών αποτελούμενη από Τσέχους και Σλοβάκους κατάφερε ένα μεγάλο χτύπημα στους Γερμανούς. Τον ισχυρό τραυματισμό του Heydrich.
Μια εβδομάδα αργότερα στις 4 Ιουνίου του 1942, ο Heydrich πέθανε από σηψαιμία.  Ολόκληρη η χώρα πίστευε ότι γνώριζε τι θα επακολουθήσει. Κανένας όμως δεν μπορούσε να προβλέψει την φρίκη που τους ετοίμαζαν οι κατακτητές.
Η αρχή έγινε με ολική απαγόρευση κυκλοφορίας στην Πράγα. Μια τεράστια επιχείρηση αναζήτησης των δραστών ακολούθησε χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την εβδομάδα μεταξύ τον τραυματισμό και τον θάνατο του Heydrich 157 άνθρωποι είχαν ήδη εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες. Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμη…
 
Μετά την κηδεία του Heydrich στο Βερολίνο, ο Αδόλφος Χίτλερ, διέταξε τι θα έπρεπε να γίνει στα χωριά που έκρυβαν τους υπεύθυνους.  Όλοι οι ενήλικες άνδρες να εκτελούνται και τα γυναικόπαιδα να μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα παιδιά που είχαν χαρακτήρα και χαρακτηριστικά «Αρείου» να υιοθετούνται από Γερμανικές οικογένειες SS για να γίνουν καλοί Ναζί. Τα υπόλοιπα να ανατραφούν με «άλλους τρόπους». Τέλος, τα χωριά να εξαφανιστούν από τους χάρτες, τίποτα να μην μείνει που να δηλώνει ότι κάποτε υπήρξαν.
Οι εντολές του άρχισαν να εφαρμόζονται αμέσως. Στο χωριό Lidice , που παρά την απουσία αποδείξεων ότι είχαν βρει εκεί καταφύγιο οι στρατιώτες που ήταν υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Heydrich, έγινε η αρχή. Όλοι οι άνδρες μεταφέρθηκαν σε ένα αγρόκτημα στην άκρη του χωριού και εκτελέστηκαν, πρώτα σε ομάδες των πέντε. Όταν ο ηθικός αυτουργός αυτού του τρόμου, Horst Böhme, παραπονέθηκε ότι θα του έπαιρνε πάρα πολύ καιρό για να τους εκτελέσει όλους οι ομάδες έγιναν των δέκα. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας μέρας, 173 άνδρες είχαν εκτελεστεί.
 
203 γυναίκες και 105 παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο του χωριού. Από εκεί οδηγήθηκαν σε άλλο σχολείο στην κοντινή πόλη Kladno. Τέσσερις από τις γυναίκες ήταν έγκυες. Οι έγκυες μεταφέρθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο όπου εξέπνευσε ο Heydrich, για να τους αφαιρεθούν με βίαιο τρόπο τα βρέφη. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες γυναίκες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück όπου έχασαν τη ζωή τους από μια σειρά από ασθένειες.
Τα παιδιά στην αρχή μεταφέρθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στο Łódź όπου Γερμανοί Αξιωματούχοι έκαναν τον διαχωρισμό ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους. Όσα δεν είχαν τα χαρακτηριστικά που απαιτούνταν, παρά τις αρχικές διαφωνίες, αποφασίστηκε από τον Adolf Eichmann να θανατωθούν.
Εβδομήντα σχεδόν χρόνια πριν, στις 2 Ιουλίου, τα 82 παιδιά παραδόθηκαν στην Γκεστάπο. Από εκεί μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης Chelmno όπου δηλητηριάστηκαν με αέρια. Από τα 105 παιδιά του Lidice , μόνο τα 17 παιδιά επέστρεψαν κάποια στιγμή στο χωριό τους.
 
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν κάποιο από τα 82 παιδιά έκλαιγε λίγο πριν χάσει την ζωή του, μακριά από το σπίτι, την μητέρα του και τον πατέρα του. Ωστόσο, έστω και με αυτόν τον τρόπο, τα αθώα παιδιά που έχασαν την ζωή τους εκείνη την ημέρα επέστρεψαν και θα κατοικούν για πάντα στο Lidice . Τα 82 χάλκινα αγάλματα, 40 αγόρια και 42 κορίτσια, θα στέκονται εκεί ως αιώνια υπενθύμιση της σφαγής. Τα παιδιά του Lidice βρίσκονται επιτέλους στο σπίτι τους.

 
 


Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Μια σοφή ιστορία: Ο σημαντικότερος δάσκαλος…
 


***αφιερωμένο στους μαθητές μου με αγάπη

Ποιος είμαι εγώ; ρώτησε ένας νέος τον δάσκαλό του.
Είσαι εκείνο που σκέφτεσαι! απάντησε ο σοφός. Θα σου το εξηγήσω με μια ιστορία.

Μια μέρα , από τα τείχη της πόλης, στο ηλιοβασίλεμα βαθιά στον ορίζοντα , φάνηκαν δυο άνθρωποι που αγκαλιαζόντουσαν.
Είναι ο πατέρας και η μητέρα, σκέφτηκε ένα κοριτσάκι.

Είναι δυο εραστές, σκέφτηκε ένας άνδρας τρυφερός.
Είναι δυο φίλοι που συναντήθηκαν μετά από πολλά χρόνια, σκέφτηκε ένας μοναχικός άνθρωπος.

Είναι δυο έμποροι που έκλεισαν μια συμφωνία, σκέφτηκε ένας άνθρωπος άπληστος για τα χρήματα.
Είναι ένας άνθρωπος που αγκαλιάζει τον γιο του που γύρισε από τον πόλεμο, σκέφτηκε μια γυναίκα μεγαλόψυχη.

Είναι μια κόρη που αγκαλιάζει τον πατέρα της που γύρισε από το ταξίδι, σκέφτηκε ένας πονεμένος άνθρωπος που έχασε την κόρη του.
Είναι δυο ερωτευμένοι σκέφτηκε μια κοπέλα που ονειρευόταν την αγάπη.

Είναι δυο άνθρωποι που τσακώνονται μέχρι θανάτου, σκέφτηκε ένας δολοφόνος.
Ποιος ξέρει γιατί αγκαλιάζονται, σκέφτηκε ένας άνθρωπος σκληρόκαρδος.

Κάθε σκέψη, κατέληξε ο σοφός δάσκαλος, αποκαλύπτει αυτό που είσαι.

Να παρατηρείς συχνά τις σκέψεις σου, μπορούν να σου αποκαλύψουν περισσότερα πράγματα για τον εαυτό σου παρά οποιοσδήποτε δάσκαλος..!!



Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

«Ει δε Σύρος, τι το θαύμα;..»
 

Μεσόγειος,
η θάλασσα που αιώνες τώρα ήταν ο δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς, έχει μεταμορφωθεί σε υγρό νεκροταφείο απεγνωσμένων και τραγικών ανθρώπων. Η κοινή μας θάλασσα τελευταία κατοικία για χιλιάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους πάρα πολλά παιδιά! Τι τα θες όμως! Είναι παραπάνω από υποκριτικά τα λόγια λύπης των ισχυρών αυτού του κόσμου. Δεν με εκπλήσσει, άλλωστε αυτοί είναι οι υπεύθυνοι για όσα συμβαίνουν στη μέση Ανατολή ή στην Αφρική. Πόλεμοι, απολυταρχικά καθεστώτα, φτώχεια, εκμετάλλευση! Απάντηση στην υποκρισία τους τα λόγια του Μελέαγρου, ποιητή του 2ου/1ου αιώνα π.Χ. από τα Γάδαρα της Συρίας.
...

«Ει δε Σύρος, τι το θαύμα; Μίαν, ξένε, πατρίδα κόσμον ναίομεν,
εν θνατούς πάντας έτικτε Χάος»
 
Δηλαδή:
 
«Κι αν είμαι Σύρος, πού το παράδοξο; Πατρίδα μία, ξένε, μοιραζόμαστε, τον κόσμο.Το Χάος όλους μας εγέννησε».

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

 
 


Εδουάρδο Γκαλεάνο (1940-2015)
 
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα, ο ουρουγουανός συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο, δεσπόζουσα μορφή της λατινοαμερικανικής και εν γένει της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο δημιουργός λογοτεχνικών αριστουργημάτων, όπως η τριλογία «η μνήμη της φωτιάς» και το «Καθρέφτες: Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», αλλά και του  θρυλικού «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής», υπήρξε ένας βαθιά πολιτικοποιημένος συγγραφέας.
 
«Είμαι ένας συγγραφέας που θα ήθελε να συνεισφέρει στη διάσωση της απηχθείσας μνήμης όλης της Αμερικής, αλλά πάνω από όλα της Λατινικής Αμερικής, πατρίδα περιφρονημένη και αγαπητή», είχε δηλώσει ο ίδιος.
 
Έλεγε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας: "Το έλεγε ο Γκόγια: 'Η λογική γεννάει τέρατα'. Προσοχή με αυτούς που σκέφτονται μόνο λογικά. Πρέπει να σκεφτόμαστε και να αισθανόμαστε. Όταν η λογική χωρίζεται από την καρδιά, να φοβάστε. Αυτά τα άτομα να τα φοβάστε, γιατί θα μας οδηγήσουν στο τέλος της ανθρωπότητας. Εγώ πιστεύω στην αντιφατική, δύσκολη, μα αναγκαία μίξη ανάμεσα σ' αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που νιώθουμε. Όταν βλέπω κάποιον που αισθάνεται μόνο, λέω 'είναι γλυκανάλατος'. Όταν βλέπω κάποιον που σκέφτεται μόνο, σκέφτομαι 'τι τρομερό, είναι διανοούμενος'. Εγώ δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που γυρνάει μόνο του!"



Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Αφιερωμένο με αγάπη σε όλους τους μαθητές μου
 
Ο σταυρός
***του Γιάννη Παλαβού

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει κρασί. Ημασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το Γκέιμ μπόι, αλλά δεν το έβγαζα.
«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.
«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.
Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Εμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.
«Πεντέμισι», είπε ο Ντιζάς.
Όταν έφτασα στην εκκλησία, στις τέσσερις, τον βρήκα εκεί. Είχε έρθει από τις τρεις, είχε φέρει και φαγητό. Ο Γκόγκας ήρθε λίγο πριν τις πέντε.
«Ποιοι άλλοι λέτε να ’ρθουν;», είπε ο Γκόγκας.
«Δεν με νοιάζει», είπε ο Ντιζάς, «εγώ ήμουν πρώτος».
Όταν τον είδα στον περίβολο, σκέφτηκα να φύγω. Κάθε χρόνο τα ίδια. Αλλά φέτος τον ήθελα πολύ τον σταυρό. Εστω το εξαπτέρυγο. Το πρώτο.
«Θα περάσει η καριόλα», είπε ο Γκόγκας.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη της φόρμας, να βεβαιωθώ ότι το Γκέιμ μπόι ήταν στη θέση του. Δεν μου χρησίμευε πολύ. Δύο κασέτες είχα μόνο. Αλλά ο παππούς έδωσε υπόσχεση. Εσκυψα κι είδα μέλισσες να γυροφέρνουν τα ζουμπούλια. Πιο κει, πλάι στα κυπαρίσσια, η κρήνη, το παρτέρι με τα γεράνια κι ανάμεσα βράχοι στο χρώμα της σκουριάς. Κι ο κισσός στο αρχονταρίκι πλατύφυλλος και θαλερός, από το χώμα ώς τ’ ακροκέραμα. Φέτος το Πάσχα ήρθε στην ώρα του ― ούτε νωρίς ούτε αργά. Καθόμασταν στα σκαλιά του καμπαναριού.
«Ο αδελφός μου είπε ότι θα ’ρθει κι ο Καραλιός», είπε ο Γκόγκας.
Ο Ντιζάς δεν μίλησε.

«Υπάρχει σειρά», είπα.

Η καγκελόπορτα της αυλής έτριξε. Μπήκε ένα παιδί έναν χρόνο μικρότερο. Πέμπτη δημοτικού, έμενε στον Συνοικισμό, στην ανατολική άκρη του χωριού, στα ριζά του βουνού. Εκεί εγκαταστάθηκαν μετά τον πόλεμο οι Σκουλιαριώτες και οι άλλοι απ’ τα Πιέρια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν τους οικισμούς τους. Είχαν αψάδα τα πρόσωπά τους. Τους αποφεύγαμε. Ομως αυτή ήταν η ενορία μας και το παιδί ήταν μικρότερο. Το πολύ πολύ να ’παιρνε ένα μανουάλι ― πρώτο, δεύτερο δεν είχε σημασία. Η όψη του ήταν κοκκινωπή, γεμάτη φακίδες.
Όσο προχωρούσε η ώρα, στα γύρω στενά η κίνηση αύξανε. Τελευταίες αγορές πριν τη γιορτή. Καφέδες, μηχανάκια. Τα αρώματα των λουλουδιών υποχωρούσαν μαζί με τον ήλιο. Η σκιά του καμπαναριού μάκραινε. Δεκαοχτούρες στις σκεπές. Την περισσότερη ώρα δεν λέγαμε τίποτα. Περιμέναμε.
Γύρω στις εφτά έτριξε πάλι η καγκελόπορτα. Ηρθε ο νεωκόρος με μια πλαστική σακούλα. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Μας είδε που καθόμασταν στα σκαλιά, χαμογέλασε.
«’Οπου να ’ναι θα ’ρθει ο παπάς να σας ντύσει», είπε. Μπήκε στο αρχονταρίκι. Ηταν πιο κει, δεν φαινόταν, αλλά ακούσαμε που κλείδωσε.
«Ωραία», είπε ο Ντιζάς.
Πέρυσι είχε πιάσει πάλι απ’ τις τρεις σειρά για τον σταυρό, αλλά ο Καραλιός τού τον πήρε. Ηρθε στις οχτώ, πριν προλάβει ο παπάς να μας δώσει τα στιχάρια. Εσπρωξε ένα παιδί, μετρήθηκε στη θέση του. Μες στο Ιερό άρπαξε τον σταυρό απ’ τον Ντιζά. Ημουν μπροστά, είχα πάει κι εγώ από νωρίς. Κρατούσα το πρώτο μανουάλι, τα εξαπτέρυγα τα πρόφτασαν άλλοι. Ο Ντιζάς πήρε το δεύτερο μανουάλι. Ο παπάς με την πλάτη γυρισμένη ευλογούσε τη μεταλαβιά. Στη Λειτουργία, στην πομπή κι έπειτα στην Ανάσταση ο Ντιζάς δεν σήκωσε το βλέμμα απ’ το έδαφος.
Όμως φέτος τον ήθελα τον σταυρό. Εστω το εξαπτέρυγο, το πρώτο. Αν κρατούσα κάτι απ’ τα δυο, ο παππούς θα μου ’δινε λεφτά για καινούργια κασέτα. Ο Γκόγκας θα ’παιρνε το δεύτερο εξαπτέρυγο, ο μικρός απ’ τον Συνοικισμό το πρώτο μανουάλι. Ο επόμενος που θα ερχόταν θα έπαιρνε το άλλο.
Περιμέναμε τον παπά, ενώ το φως λιγόστευε.
Ο Καραλιός ήρθε κατά τις εφτάμισι.
Ο Ντιζάς κι ο Γκόγκας δεν είπαν τίποτα.
«Ακόμα ν’ ανοίξουν;», είπε ο Καραλιός.
Πηγαίναμε στην ίδια τάξη, αυτός στο άλλο τμήμα. Φορούσε τζιν ζακέτα.
«Τ’ είν’ αυτό;», είπε κι έδειξε τον μικρό απ’ τον Συνοικισμό.
Ο μικρός τον κοίταξε. Στο χωριό ψιθύριζαν πως στον Συνοικισμό οι άνθρωποι καβαλούν τις γίδες τους, δέρνουν τις γυναίκες τους, το μόνο που τους νοιάζει είναι τα κοπάδια τους. Τ’ αγόρια δεν συνεχίζουν μετά το γυμνάσιο, γίνονται κατευθείαν κτηνοτρόφοι, οικοδόμοι, υλοτόμοι. Αλλη πάστα, έλεγαν στα καφενεία.
Ο Ντιζάς σηκώθηκε, μαζί κι ο Γκόγκας. Στάθηκαν στην είσοδο του νάρθηκα. Πήγα κι εγώ, ο Γκόγκας μ’ άφησε να περάσω δεύτερος. Πίσω του πήρε θέση ο μικρός. Στεκόμασταν φάλαγγα μπροστά στην πόρτα κι ο Καραλιός απέναντι με τα χέρια σταυρωμένα. Η καμπάνα σήμανε οχτώ. Ακούσαμε αυτοκίνητο, πάρκαρε πίσω απ’ την εκκλησία. Θα πρέπει να ’ταν ο παπάς.
Ο Καραλιός πλησίασε τον Ντιζά. Τον άρπαξε απ’ τον γιακά και τον κύλησε στο τσιμέντο, εκεί που ’χε σκάσει κι ήταν όλο μυρμήγκια. Ο Ντιζάς στάθηκε στα πόδια του, γράπωσε ένα χοντροχάλικο, το πέταξε. Εσκυψα, πέρασε ξυστά μου ― έσκυψε όμως κι ο Καραλιός. Ράγισε ένα τζάμι στον νάρθηκα. Ο Καραλιός τού ρίχτηκε κι άρχισε να τον κλοτσάει στο στομάχι. Ο άλλος κουλουριάστηκε σαν σκουλήκι μόλις σηκώσεις πέτρα. Ο Γκόγκας κι εγώ κάναμε να τον σταματήσουμε, αλλά έριξε και σε μας μερικές. Φοβήθηκα μη μου σπάσει το Γκέιμ μπόι και δεν ξαναπροσπάθησα. Εκανα τον γύρο της εκκλησίας να φωνάξω τον παπά, όμως δεν είχε έρθει ― το αυτοκίνητο ήταν αλλουνού. Ο νεωκόρος άφαντος. Ο Καραλιός κλοτσούσε και χτυπούσε. Κάπου κάπου βλέπαμε αίματα στις ρωγμές, στα χόρτα που φύτρωναν πλάι στις μυρμηγκοφωλιές. Ωσπου είδαμε τον μικρό απ’ τον Συνοικισμό με μια κοτρόνα στα χέρια, την είχε πάρει απ’ το παρτέρι. Πήγε πίσω απ’ τον Καραλιό και με μια παράδοξη ησυχία, σαν να έκοβε λουλούδια, σαν να χάιδευε τα μαλλιά νεογέννητου, την κατέβασε στο κεφάλι του. Ο Καραλιός γύρισε ζαλισμένος, παραπάτησε κι ύστερα ο μικρός την κατέβασε άλλη μια, αυτή τη φορά στο πρόσωπο, έπειτα μια φορά ακόμα. Ο Καραλιός ξαπλώθηκε.
Σηκώσαμε τον Ντιζά, ο Γκόγκας έφερε νερό απ’ την κρήνη, τον έβρεξε, τον καθάρισε. Συνήλθε. Κοιτάξαμε τον πεσμένο Καραλιό. Ακούσαμε βήματα απ’ την άλλη μεριά της εκκλησίας. Είδαμε μια σκιά, ο νεωκόρος καλησπέρισε τον παπά.
«Θέλω τον σταυρό», είπε ο μικρός απ’ τον Συνοικισμό. Καθόταν πάνω στην κοτρόνα.
Ο Ντιζάς τον κοίταξε. Είχε μείνει λίγο αίμα στη βάση του λαιμού.
Φάνηκε ο νεωκόρος. Είδε τον Καραλιό κι έβαλε τις φωνές. Του είπαμε ότι σκόνταψε στις ρωγμές του τσιμέντου. Επεσε και χτύπησε στην κοτρόνα ― άγνωστο πώς βρέθηκε εκεί. Ηρθε ο παπάς, τηλεφώνησε στο αγροτικό ιατρείο. Τον μάζεψαν σ’ ένα τέταρτο, αναίσθητο ακόμα.
Στη Λειτουργία ο Ντιζάς πήρε το πρώτο εξαπτέρυγο. Εγώ το δεύτερο, ο Γκόγκας κι ο τελευταίος που ήρθε τα μανουάλια. Εξω απ’ την εκκλησία ο παππούς με είδε που δεν κρατούσα τον σταυρό, αλλά μου ’κλεισε το μάτι ― μου έδωσε τελικά τα χρήματα. Την πομπή, ακριβώς πίσω απ’ τον παπά, οδηγούσε ο μικρός. Ανέκφραστος παρά το πλήθος στην πλατεία, ατάραχος ακόμα κι όταν μεσάνυχτα άστραψαν πάνω μας γαλαζοπράσινα τα πυροτεχνήματα ― λες και δεν ήταν Πάσχα, λες κι ήταν μια Τρίτη βράδυ, Ιούλιος με τις ζέστες κι όλος ο Συνοικισμός στις αυλές, στις πλαστικές καρέκλες, να πίνει μπίρες σιωπηλός.
 
 Ο κ. Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε στο Βελβεντό Κοζάνης το 1980. Έχει δημοσιεύσει δύο συλλογές διηγημάτων. Η πιο πρόσφατη, με τίτλο «Αστείο» (Νεφέλη, 2012), τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και το βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
 
 
 
ευχές με ποιητικό προβληματισμό και διάθεση, έτσι όπως το έγραψε ο ποιητής, σε τονικό σύστημα, για να μη ξεχνάμε τον πλούτο της γλώσσας
 
 
 
Μίλτος Σαχτούρης
 
Ἀστεροσκοπεῖο
 Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
 δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
 δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
 δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν,
 παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες
 καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους
βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
 παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς.
 
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
 ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ