Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Τόμας Έλιοτ
Aπόσπασμα από το “Little Gidding


Στην αβέβαιη ώρα πριν την αυγὴ
Κοντὰ στο τέλος της ατέρμονης νύχτας
Στο επανερχόμενο τέλος του ατέλειωτου

Αφού το σκοτεινό περιστέρι με την τρεμάμενη γλώσσα [3]
Διάβηκε κάτω απ’ τον ορίζοντα του γυρισμού του

Ενώ τα νεκρὰ φύλλα κροτάλιζαν ακόμη σαν τενεκὲς
Πάνω στην άσφαλτο όπου ήχος άλλος δεν υπήρχε
Ανάμεσα σε τρεις περιοχὲς απ’ όπου υψωνόταν ο καπνὸς
Συνάντησα κάποιον να περπατά, σαν να χασομερά
 και συνάμα να βιάζεται

Λες κι ο αέρας τον παράσερνε προς εμένα σαν τα φύλλα τα μεταλλικὰ
Που δεν αντιστέκονται στον αυγινὸ άνεμο της πόλης.

Και καθὼς προσήλωσα το βλέμμα στο σκυμμένο πρόσωπό του
Μ’ εκείνη την ερευνητικὴ ματιὰ που προκαλούμε
τον ξένο που πρωτοσυναντάμε στο λυκόφως που εξασθενεί
Έπιασα την ξαφνικὴ ματιὰ κάποιου πεθαμένου δασκάλου
Που τον είχα γνωρίσει, ξεχάσει, μισοθυμηθεί
ενὸς μαζὶ και πολλών·

Στα καστανὰ αργασμένα χαρακτηριστικὰ
Τα μάτια ενὸς γνώριμου σύνθετου φαντάσματος
Οικείου μαζὶ και απροσδιόριστου.

Έτσι ανέλαβα διπλὸ ρόλο, και φώναξα
Και άκουσα ενὸς άλλου τη φωνὴ να κράζει: «Τί! εσὺ εδώ;»

Αν και δεν ήμασταν. Ήμουν ακόμη ο ίδιος,
Γνωρίζοντας πως είμαι εγὼ κι ωστόσο όντας κάποιος άλλος –
Κι εκείνος ένα πρόσωπο που ακόμα σχηματιζόταν· όμως οι λέξεις αρκούσαν
Να επιβάλουν την αναγνώριση που προηγήθηκε.

Κι έτσι, υπακούοντας στον κοινὸ άνεμο,
Πολὺ ξένοι μεταξύ μας για παρεξηγήσεις,
Ομονοώντας σ’ αυτὴ την τομὴ του χρόνου
Της αντάμωσης στο πουθενά, χωρὶς πριν και μετά,
Στο πεζοδρόμιο βαδίζαμε, νεκρὴ περίπολος.

Είπα: «Η απορία που αισθάνομαι είναι ήρεμη,
Όμως η ηρεμία μου είναι αιτία απορίας. Λοιπὸν μίλα:
Μπορεί να μην κατανοώ, να μη θυμάμαι».

Κι εκείνος: «Δεν έχω διάθεση να επαναλάβω
Τις σκέψεις και τη θεωρία μου που έχεις ξεχάσει.
Τούτα τα πράγματα έχουν εκπληρώσει το σκοπό τους: άφησέ τα.

Έτσι και με τα δικά σου, και παρακάλεσε να συγχωρεθούν
Απὸ τους άλλους, όπως κι εγὼ σε παρακαλώ να συγχωρήσεις
Και τα καλὰ και τα κακά. Ο καρπὸς της περασμένης εποχής φαγώθηκε
Και το χορτάτο κτήνος θα κλωτσήσει το άδειο μαστέλο.

Γιατὶ τα λόγια της περσινής χρονιάς ανήκουν στη γλώσσα του περσινού χρόνου
Και τα λόγια του επόμενου περιμένουν μιαν άλλη φωνή.

Όμως, καθὼς το πέρασμα τώρα δεν παρουσιάζει εμπόδιο
Στο πνεύμα το ακατεύναστο και περιπλανώμενο
Ανάμεσα σε δύο κόσμους που ο ένας ίδιος γίνεται με τον άλλον,
Βρίσκω λέξεις που δεν σκέφτηκα ποτὲ να πω
Σε δρόμους που δεν σκέφτηκα ποτὲ πως θα επισκεφτώ ξανὰ

Όταν άφησα το σώμα μου σε μια μακρινὴ ακτή.

Αφού η έγνοια μας ήταν ο λόγος, και ο λόγος μας ώθησε
Να αποκαθάρουμε τη διάλεκτο της φυλής
Και να παρακινήσουμε το νου στην ύστερη σκέψη και στην πρόγνωση
Άφησε να σου φανερώσω τα δώρα τα φυλαγμένα
για τα γηρατειὰ
Να στεφανώσω την προσπάθεια της ζωής σου.

Πρώτο, η κρύα τριβὴ της αίσθησης που ξεψυχά
Χωρὶς γοητεία, υπόσχεση καμιὰ δεν δίνει
Μόνο την πικρὴ ανοστιὰ του καρπού της σκιάς
Καθὼς σώμα και ψυχὴ αρχίζουν να χωρίζουν.

Δεύτερο, την συνειδητὴ ανημπόρια της οργής
Για την ανθρώπινη αφροσύνη και το κομμάτιασμα
Του γέλιου γι’ αυτὸ που παύει πια να διασκεδάζει.

Και τέλος, τον σπαρακτικὸ πόνο της αναπαράστασης
Όλων όσων έκανες και υπήρξες· η αισχύνη
Των κινήτρων που αποκαλύφτηκαν αργά, και η συναίσθηση
Πραγμάτων που κακώς έγιναν και για να βλάψουν άλλους
Κι εσὺ κάποτε τα εξέλαβες σαν άσκηση αρετής.

Τότε η επιδοκιμασία των ανόητων πληγώνει, και η τιμὴ σπιλώνει.
Απὸ σφάλμα σε σφάλμα το εξοργισμένο πνεύμα
Προχωρά, εκτὸς αν αποκατασταθεί απ’ εκείνη την καθαρτήρια φωτιὰ
Όπου πρέπει να κινείσαι με μέτρο, σαν χορευτής».

Η μέρα χάραζε. Στο δρόμο τον κατεστραμμένο
Με άφησε, σαν να με αποχαιρετούσε,
Και χάθηκε στον ήχο τού συναγερμοῦ[4].

Απόδοση: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

Σημειώσεις

[1] Little Gidding: Μικρὸ χωριὸ κοντὰ στο Huntingdon στην ομώνυμη κομητεία. Εκεί αποσύρθηκε το 1625, κατὰ τη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου μεταξὺ του Κρόμγουελ και του Καρόλου Α΄ που έληξε με τον αποκεφαλισμὸ του Καρόλου, ο μετέπειτα αγγλικανὸς ιερωμένος Nicholas Ferrar και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του, και τις οικογένειες του αδερφού και του γαμπρού του, ιδρύοντας μια ιδιότυπη θρησκευτικὴ κοινότητα. Η κοινότητα του Little Gidding παρουσίαζε πολλὲς ομοιότητες με το γαλλικὸ Port Royal, προπύργιο του Γιανσενισμού*, που μέλος του ήταν και ο Πασκάλ. Απ’ το Little Gidding πέρασε ο Κάρολος μετὰ τη συντριβή του στη μάχη του Naseby, πριν παραδοθεί. Η κοινότητα του Little Gidding διαλύθηκε με νόμο του Κοινοβουλίου και τα στρατεύματα του Κρόμγουελ πυρπόλησαν το σπίτι του Ferrar και το παρεκκλήσι, το οποίο ξαναχτίστηκε όπως ήταν τον 19ο αιώνα. Με ανάλογο σκεπτικὸ καταστράφηκε και το Port Royal απὸ τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ .
[2] Η σκηνὴ διαδραματίζεται μετὰ απὸ ένα βομβαρδισμὸ του Λονδίνου.
[3] Με το σκοτεινὸ περιστέρι εννοεί το γερμανικὸ βομβαρδιστικὸ αεροπλάνο.
[4] Η λήξη του συναγερμού μετὰ τον βομβαρδισμό.

πηγή: Aντίφωνο, δημοσιεύτηκε στην “Επίγνωση” τχ 122,  σελ. 6-8



*Γιανσενισμός: θρησκευτικό κίνημα, και μετέπειτα πολιτικό, το οποίο αναπτύχθηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, κυρίως στη Γαλλία, ως μέσο αντίδρασης σε ορισμένες εξελίξεις εντός της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς και στον βασιλικό απολυταρχισμό.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Frohe Weihnachten - Merry Christmas

Χριστουγεννιάτικη διαθεματική εκδήλωση
στο πλαίσιο του μαθήματος των Γερμανικών & Αγγλικών

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου Μεσσηνίας  & Κεφαλληνίας  20.οο μ. μ

Οι μαθητές μας θα παίξουν, θα απαγγείλουν και θα τραγουδήσουν 
στα Γερμανικά και στα Αγγλικά



Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Αντίο στα «Ξύλινα σπαθιά»


Συντάκτης: Μαριάννα Τζιαντζή, εφημερίδα των συντακτών

Υπάρχει ένα δώρο που και ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο δεν μπορεί σήμερα να το αγοράσει και να το προσφέρει στο παιδί του: το παιχνίδι στον δρόμο της πόλης.

Την ύπαρξη αυτού του απρόσιτου δώρου μάς την υπενθύμισε το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Παντελή Καλιότσου, που αυτές τις μέρες, με αφορμή τον θάνατό του, αναδημοσιεύτηκε σε πολλά ηλεκτρονικά και έντυπα Μέσα.

Γράφει λοιπόν ο γεννημένος το 1925 συγγραφέας ότι οι φτωχές συνοικίες της Αθήνας όπου μεγάλωσε έσφυζαν από ζωή. «Οι γειτονιές, χωρίς αυτοκίνητα, ήταν φυσικά γεμάτες παιδιά. [...] Οι περίφημες μάχες που περιγράφω στα “Ξύλινα σπαθιά” έγιναν στην περιοχή από τον Αρδηττό ίσαμε το Α΄ Νεκροταφείο.

Εγώ ήμουν ο Θανάσης ο Αρχηγός. Σ’ αυτόν τον πόλεμο καταλάβαμε για πρώτη φορά εγώ και ο Στρατάρχης και όλος ο ξυπόλητος στρατός μας τη φτώχεια και τα βάσανα του άμαχου πληθυσμού».

Χόρτασε παιχνίδι ο μικρός Παντελής ως τα δέκα γιατί μετά αρρώστησε κι έμεινε στο νοσοκομείο της Βούλας μέχρι τα δώδεκα και ύστερα ακολούθησαν το νυχτερινό σχολείο και η βιοπάλη.

Χωρίς εκείνο το παιχνίδι, χωρίς τις από πρώτο χέρι σκληρές εμπειρίες των νεανικών του χρόνων, ίσως να μη γράφονταν τα «Ξύλινα σπαθιά» ή η σπαρακτική «Δεκεμβριανή νύχτα». Οι γειτονιές της πόλης ήταν εργαστήρια δημιουργικής γραφής όχι μόνο για τον Παντελή Καλιότσο αλλά και για πολλούς άλλους μεταπολεμικούς συγγραφείς.

Είναι μεγάλο σχολείο το παιχνίδι στον δρόμο, όμως σήμερα το ομαδικό παιχνίδι έχει σχεδόν ιδιωτικοποιηθεί. Αντί για ελεύθερη σύσταση παιδικών ομάδων, στρατιών και συμμοριών, τα παιδάκια της πόλης συμμετέχουν σε «δράσεις» ή «δραστηριότητες», που οργανώνονται από δήμους και ποικίλους καλών προθέσεων φορείς και επιχειρηματίες.

Δράσεις προγραμματισμένες, ελεγχόμενες, ψυχωφελείς και επιμορφωτικές, συνήθως με τη συνοδεία του γονέα. Δράσεις με δωρεάν συμμετοχή ή επί πληρωμή. Ασφαλώς είναι καλύτερο ένα παιδί να παίρνει μέρος σε «δράσεις» από το να περνά τις ώρες του καθηλωμένο μπροστά σε μια οθόνη, όμως τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το παιχνίδι στον δρόμο, με τον αυτοσχεδιασμό, την έκπληξη, την αναμέτρηση με πραγματικούς «αντιπάλους».

Στη δεκαετία του ’30, ο 12χρονος Γιάννης Κακουλίδης (συνονόματος του γνωστού συγγραφέα και διαφημιστή), όπως αφηγείται στα «Παιδιά της βροχής», πήγαινε με τα πόδια από την Καισαριανή στη Δεξαμενή έχοντας στην αγκαλιά του έναν τεράστιο πετεινό, τον Κίτσο, που τον έβαζαν να πάρει μέρος σε κοκορομαχίες, εν αγνοία των γονιών του.

Σήμερα ένας 12χρονος μπορεί να έχει διαπράξει χιλιάδες εικονικούς φόνους παίζοντας ατέλειωτες ώρες ηλεκτρονικά παιχνίδια, χωρίς όμως ούτε μια φορά να έχει περάσει ασυνόδευτος στο απέναντι πεζοδρόμιο ή να έχει μπει μόνος του στο λεωφορείο.

Αν ο πιο πλούσιος πατέρας στον κόσμο ήθελε να προσφέρει στο παιδί του το δώρο του παιχνιδιού στον δρόμο, θα έπρεπε να εγκατασταθεί με την οικογένειά του σε κάποια τριτοκοσμική πόλη, κάτι μάλλον απίθανο.

Ένα παιδί που σήμερα διαβάζει τα «Ξύλινα σπαθιά» βλέπει τον Θανάση τον Αρχηγό, τον Στρατάρχη, τον Κόντρα-Κουτό, τον Φούφη, τον Βότση το λεωφορείο, τον Πίπη να παίζουν στον δρόμο και να του γνέφουν να έρθει στην παρέα τους. Ομως δεν γίνεται: το τζάμι του χρόνου είναι αδιαπέραστο.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016


Καλή και δημιουργική σχολική χρονιά!


Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία,
στις συνοικίες οι γυναίκες μπαίνουν στα χαρτοπωλεία
και αγοράζουν σχολικά βιβλία και τετράδια για τα παιδιά τους.

Απελπισμένες ψάχνουν στα τριμμένα τσαντάκια τους
και την τελευταία δεκάρα,
όλο παράπονο
που η γνώση είναι τόσο ακριβή.
Κι όμως μήτε που υποπτεύονται
πόσο κακή είναι η γνώση
που προορίζεται για τα παιδιά τους

Μπ. Μπρεχτ
 μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις «Θεμέλιο»